Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solitary confinement
01
μοναχική κράτηση, απομόνωση
the practice of isolating a prisoner in a small, often windowless cell, with minimal human contact or environmental stimulation, as a form of punishment or for security reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The inmate's disruptive behavior led to a disciplinary measure, resulting in a period of solitary confinement to maintain order in the prison.
Η διαταραχτική συμπεριφορά του κρατουμένου οδήγησε σε ένα πειθαρχικό μέτρο, με αποτέλεσμα μια περίοδο μοναχικής κράτησης για τη διατήρηση της τάξης στη φυλακή.



























