solitude
Pronunciation
/ˈsɑɫəˌtud/

Ορισμός και σημασία του "solitude"στα αγγλικά

01

μοναξιά, απομόνωση

the state of being alone, often by choice, without social interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The monk lived a life of solitude in the mountains.
Ο μοναχός έζησε μια ζωή μοναξιάς στα βουνά.
02

μοναχικό μέρος, απομονωμένο μέρος

a solitary place
03

μοναξιά

the state or situation of being alone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store