solitude
so
ˈsɒ
so
li
li
tude
ˌtju:d
tyood
solicitude

Ορισμός και σημασία του "solitude"στα αγγλικά

01

μοναξιά, απομόνωση

the state of being alone, often by choice, without social interaction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He enjoys the solitude of early mornings when no one is awake. 

Απολαμβάνει τη μοναξιά των πρώτων πρωινών ωρών όταν κανείς δεν είναι ξύπνιος.

02

μοναχικό μέρος, απομονωμένο μέρος

a solitary place 
03

μοναξιά

the state or situation of being alone 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store