Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solitude
01
μοναξιά, απομόνωση
the state of being alone, often by choice, without social interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The monk lived a life of solitude in the mountains.
Ο μοναχός έζησε μια ζωή μοναξιάς στα βουνά.
02
μοναχικό μέρος, απομονωμένο μέρος
a solitary place
03
μοναξιά
the state or situation of being alone



























