solely
sole
ˈsoʊə
σουα
ly
li
λι
/sˈə‍ʊlli/

Ορισμός και σημασία του "solely"στα αγγλικά

01

αποκλειστικά, μόνο

with no one or nothing else involved
Παραδείγματα
The rule exists solely to prevent misuse of funds.
Ο κανόνας υπάρχει αποκλειστικά για να αποτρέψει την κατάχρηση των κεφαλαίων.
02

μόνο, αποκλειστικά

by oneself or alone
Παραδείγματα
He stood solely on the platform, waiting for the train.
Στάθηκε μόνος στην πλατφόρμα, περιμένοντας το τρένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store