solely
sole
ˈsəʊ
sew
ly
li
li
sorely

Ορισμός και σημασία του "solely"στα αγγλικά

01

αποκλειστικά, μόνο

with no one or nothing else involved 
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The decision was made solely to improve efficiency. 

Η απόφαση λήφθηκε αποκλειστικά για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας.

02

μόνο, αποκλειστικά

by oneself or alone 
Παραδείγματα
She traveled solely across the desert. 

Ταξίδεψε αποκλειστικά μέσα από την έρημο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store