Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solecism
01
σολοικισμός, αγένεια
an act that is considered to be impolite or unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solecisms
Παραδείγματα
The solecism of ignoring the dress code at the wedding was seen as disrespectful.
Ο σολοικισμός της αγνόησης του dress code στο γάμο θεωρήθηκε ασεβής.
02
σολοικισμός, γραμματικό λάθος
a grammatical error or deviation from accepted language norms that occurs in speech or writing



























