solecism
so
ˈsɒ
so
le
li
ci
ˌsɪ
si
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "solecism"στα αγγλικά

01

σολοικισμός, αγένεια

an act that is considered to be impolite or unacceptable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solecisms
Παραδείγματα
The actor’s solecism of interrupting the director was noted as unprofessional. 

Ο σολοικισμός του ηθοποιού που διέκοψε τον σκηνοθέτη σημειώθηκε ως μη επαγγελματικός.

02

σολοικισμός, γραμματικό λάθος

a grammatical error or deviation from accepted language norms that occurs in speech or writing 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store