Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solecism
01
σολοικισμός, αγένεια
an act that is considered to be impolite or unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solecisms
Παραδείγματα
The actor’s solecism of interrupting the director was noted as unprofessional.
Ο σολοικισμός του ηθοποιού που διέκοψε τον σκηνοθέτη σημειώθηκε ως μη επαγγελματικός.
02
σολοικισμός, γραμματικό λάθος
a grammatical error or deviation from accepted language norms that occurs in speech or writing



























