Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sojourn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sojourns
Παραδείγματα
She cherished her sojourn in the quaint bed-and-breakfast during her travels.
Εκτιμούσε την διαμονή της στο γραφικό bed-and-breakfast κατά τα ταξίδια της.
to sojourn
01
παραμονή προσωρινά, διαμένω προσωρινά
to stay or reside temporarily in a place
Intransitive: to sojourn somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
sojourn
γ΄ ενικό πρόσωπο
sojourns
ενεστώτα μετοχή
sojourning
απλός αόριστος
sojourned
παθητική μετοχή
sojourned
Παραδείγματα
To escape the city life, the couple planned to sojourn in a secluded cabin in the woods for a peaceful weekend getaway.
Για να ξεφύγουν από την αστική ζωή, το ζευγάρι σχεδίασε να παραμείνει προσωρινά σε μια απομονωμένη καλύβα στο δάσος για ένα ήρεμο σαββατοκύριακο διαφυγής.



























