Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to solace
01
παρηγορώ, κουράζω
to offer comfort, support, or emotional strength to someone
Transitive: to solace sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
solace
γ΄ ενικό πρόσωπο
solaces
ενεστώτα μετοχή
solacing
απλός αόριστος
solaced
παθητική μετοχή
solaced
Παραδείγματα
The therapist solaced clients dealing with grief.
Ο θεραπευτής παρηγόρησε πελάτες που αντιμετώπιζαν θλίψη.
Solace
01
παρηγοριά, ανακούφιση
emotional comfort one receives when sad or in trouble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His walk in the quiet park provided him with a sense of solace after the stressful meeting.
Ο περίπατός του στο ήσυχο πάρκο του προσέφερε μια αίσθηση παρηγοριάς μετά την αγχωτική συνάντηση.
02
παρηγοριά, καταπράυνση
the act of consoling; giving relief in affliction
03
παρηγοριά, ανακούφιση
comfort in disappointment or misery
Λεξικό Δέντρο
solacement
solace



























