Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to solace
01
παρηγορώ, κουράζω
to offer comfort, support, or emotional strength to someone
Transitive: to solace sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
solace
γ΄ ενικό πρόσωπο
solaces
ενεστώτα μετοχή
solacing
απλός αόριστος
solaced
παθητική μετοχή
solaced
Παραδείγματα
Friends and family gathered to solace her after the tragic incident.
Φίλοι και οικογένεια συγκεντρώθηκαν για να παρηγορήσουν μετά το τραγικό περιστατικό.
Solace
01
παρηγοριά, ανακούφιση
emotional comfort one receives when sad or in trouble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She found solace in the comforting words of her best friend during the difficult time.
Βρήκε παρηγοριά στα παρηγορητικά λόγια της καλύτερης της φίλης κατά τη δύσκολη περίοδο.
02
παρηγοριά, καταπράυνση
the act of consoling; giving relief in affliction
03
παρηγοριά, ανακούφιση
comfort in disappointment or misery
Λεξικό Δέντρο
solacement
solace



























