to smuggle
smu
ˈsmʌ
sma
ggle
gəl
gēl
snuggle

Ορισμός και σημασία του "smuggle"στα αγγλικά

to smuggle
01

λαθρεμπορεύω, μετακινώ παράνομα και κρυφά αγαθά ή ανθρώπους σε ή από μια χώρα

to move goods or people illegally and secretly into or out of a country 
Transitive: to smuggle goods or people
to smuggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
smuggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
smuggles
ενεστώτα μετοχή
smuggling
απλός αόριστος
smuggled
παθητική μετοχή
smuggled
Παραδείγματα
Border patrol intercepted a group trying to smuggle undocumented migrants into the country. 

Η συνοριοφυλακή απέκλεισε μια ομάδα που προσπαθούσε να λαθραγαγήσει απερίγραπτους μετανάστες στη χώρα.

Λεξικό Δέντρο

smuggled
smuggler
smuggling
smuggle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store