to smudge
smudge
smʌʤ
smaj
smidgesludge

Ορισμός και σημασία του "smudge"στα αγγλικά

to smudge
01

κηλιδώνω, λεκιάζω

to make a dirty mark by rubbing or spreading something on a surface 
Transitive: to smudge sth
to smudge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
smudges
ενεστώτα μετοχή
smudging
απλός αόριστος
smudged
παθητική μετοχή
smudged
Παραδείγματα
She accidentally smudged her lipstick while applying it. 

Εκούσια έφτιαξε το κραγιόν της ενώ το εφαρμοζε.

01

κηλίδα, βρωμιά

a blemish made by dirt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smudges
02

καπνιστή φωτιά, φωτιά για την απομάκρυνση εντόμων

a smoky fire to drive away insects 

Λεξικό Δέντρο

resmudge
smudge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store