Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smuggle
01
λαθρεμπορεύω, μετακινώ παράνομα και κρυφά αγαθά ή ανθρώπους σε ή από μια χώρα
to move goods or people illegally and secretly into or out of a country
Transitive: to smuggle goods or people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
smuggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
smuggles
ενεστώτα μετοχή
smuggling
απλός αόριστος
smuggled
παθητική μετοχή
smuggled
Παραδείγματα
The gang smuggled rare animals across the border.
Η συμμορία έκανε λαθρεμπόριο σπάνιων ζώων πέρα από τα σύνορα.
Λεξικό Δέντρο
smuggled
smuggler
smuggling
smuggle



























