Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to begrudge
01
ζηλεύω, δυσαρεστούμαι
to feel jealous or irritated because someone possesses something one desires
Transitive: to begrudge someone else's qualities or possessions
Παραδείγματα
She begrudges her friend's success in her career and wishes she had the same opportunities.
Αυτή ζηλεύει την επιτυχία της φίλης της στην καριέρα της και εύχεται να είχε τις ίδιες ευκαιρίες.
02
ζηλεύω, δίνω απρόθυμα
to give or allow reluctantly or with displeasure
Transitive: to begrudge doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
begrudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
begrudges
ενεστώτα μετοχή
begrudging
απλός αόριστος
begrudged
παθητική μετοχή
begrudged
Παραδείγματα
She begrudged lending her favorite book to her sister, fearing it might get damaged.
Δυστύχησε να δανείσει το αγαπημένο της βιβλίο στην αδελφή της, φοβούμενη ότι μπορεί να καταστραφεί.



























