Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smooch
01
φιλάκι, τρυφερό φιλί
an affectionate kiss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smooches
Παραδείγματα
They shared a quick smooch before saying goodbye.
Μοιράστηκαν ένα γρήγορο φιλί πριν πούνε αντίο.
to smooch
01
φιλώ, φιλώ με πάθος
to kiss lovingly or passionately
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smooch
γ΄ ενικό πρόσωπο
smooches
ενεστώτα μετοχή
smooching
απλός αόριστος
smooched
παθητική μετοχή
smooched
Παραδείγματα
As a sign of love, they smooched on the park bench.
Ως ένδειξη αγάπης, φιλήθηκαν παθιασμένα στο πάρκο.



























