smoking room
Pronunciation
/smˈoʊkɪŋ ɹˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "smoking room"στα αγγλικά

01

αίθουσα καπνιστών, χώρος καπνιστών

an area in a public place, such as hotels, restaurants, or offices, that people can use to smoke in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smoking rooms
Παραδείγματα
The airport provides a smoking room for travelers.
Το αεροδρόμιο παρέχει ένα δωμάτιο καπνίσματος για τους ταξιδιώτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store