Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befuddle
01
μπερδεύω, ζαλίζω
to muddle someone's thinking, making it difficult to concentrate or reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befuddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
befuddles
ενεστώτα μετοχή
befuddling
απλός αόριστος
befuddled
παθητική μετοχή
befuddled
Παραδείγματα
Stress can befuddle your ability to make decisions.
Το άγχος μπορεί να μπερδέψει την ικανότητά σας να λαμβάνετε αποφάσεις.
02
μεθώ, ζαλίζομαι
to become intoxicated
Παραδείγματα
The celebration left half the guests befuddled and stumbling.
Η γιορτή άφησε τους μισούς καλεσμένους μεθυσμένους και να σκοντάφτουν.
Λεξικό Δέντρο
befuddled
befuddlement
befuddle
fuddle



























