slimy
sli
ˈslaɪ
slai
my
mi
mi
slimly

Ορισμός και σημασία του "slimy"στα αγγλικά

01

γλοιώδης, λιγνύδης

having a deceitful or morally offensive character 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimiest
συγκριτικός βαθμός
slimier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slimy politician was known for making promises he never intended to keep. 

Ο γλιστερός πολιτικός ήταν γνωστός για τις υποσχέσεις που δεν σκόπευε ποτέ να τηρήσει.

02

γλοιώδης, λιγνύς

having a slippery, wet, and often unpleasant texture 
Παραδείγματα
The frog's skin was slimy to the touch, a characteristic feature of amphibians. 

Το δέρμα του βάτραχου ήταν γλιστερό στην αφή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αμφιβίων.

Λεξικό Δέντρο

sliminess
slimy
slime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store