simple
sim
ˈsɪm
sim
ple
pəl
pēl
samplesimile

Ορισμός και σημασία του "simple"στα αγγλικά

01

απλός, εύκολος

not involving difficulty in doing or understanding 
simple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
simplest
συγκριτικός βαθμός
simpler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recipe was simple, requiring only a few ingredients and basic cooking techniques. 

Η συνταγή ήταν απλή, απαιτούσε μόνο λίγα συστατικά και βασικές τεχνικές μαγειρέματος.

02

απλός, στοιχειώδης

limited to just what is mentioned, without additional significance 
Παραδείγματα
Simple gestures can make a big difference in someone’s day. 

Απλές χειρονομίες μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά στην ημέρα κάποιου.

03

απλός, αφελής

lacking intelligence or being foolish 
Παραδείγματα
Her simple questions during the meeting made it hard for the discussion to progress. 

Οι απλές ερωτήσεις της κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκαναν δύσκολη την πρόοδο της συζήτησης.

04

απλός, αδιαίρετος

referring to a leaf or structure that is undivided or has a single part 

entire

Παραδείγματα
The plant has simple leaves, each one consisting of a single blade. 

Το φυτό έχει απλά φύλλα, καθένα αποτελούμενο από ένα μόνο πτερύγιο.

05

απλός, λιτός

without additional decoration or complexity 
Παραδείγματα
The simple design of the vase made it a versatile piece that fit any décor. 

Το απλό σχέδιο του βάζου το έκανε ένα πολύπλευρο κομμάτι που ταίριαζε σε κάθε διακόσμηση.

01

ανόητος, βλάκας

a person lacking intelligence or common sense 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simples
02

απλό, φυτικό φάρμακο

a herbal remedy made from a single plant, used for its medicinal properties 
Παραδείγματα
The herbalist recommended a simple made from thyme to treat the cough. 

Ο βοτανολόγος συνέστησε ένα απλό φτιαγμένο από θυμάρι για τη θεραπεία του βήχα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store