Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sighting
01
παρατήρηση, θέαμα
the act of seeing or observing something, especially something notable or unusual
Παραδείγματα
The sighting of a double rainbow after the storm amazed everyone.
Η θέαση ενός διπλού ουράνιου τόξου μετά τη θύελλα εκπλήρωσε όλους.
Λεξικό Δέντρο
sighting
sight



























