Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sighted
01
βλέπων, ικανός να βλέπει
capable of seeing unlike a blind person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sighted
συγκριτικός βαθμός
more sighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The eagle-eyed scout sighted movement in the distance and alerted the team.
Ο ορατικός ανιχνευτής είδε κίνηση σε απόσταση και ειδοποίησε την ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
sightedness
unsighted
sighted
sight



























