sighted
Pronunciation
/ˈsaɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "sighted"στα αγγλικά

01

βλέπων, ικανός να βλέπει

capable of seeing unlike a blind person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sighted
συγκριτικός βαθμός
more sighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lookout sighted enemy ships approaching the harbor and raised the alarm.
Ο παρατηρητής είδε εχθρικά πλοία που πλησίαζαν στο λιμάνι και σήμανε τον συναγερμό.

Λεξικό Δέντρο

sightedness
unsighted
sighted
sight
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store