sighted
sigh
ˈsaɪ
sai
ted
tɪd
tid
excitedignitedunitedblighted

Ορισμός και σημασία του "sighted"στα αγγλικά

01

βλέπων, ικανός να βλέπει

capable of seeing unlike a blind person 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sighted
συγκριτικός βαθμός
more sighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The eagle-eyed scout sighted movement in the distance and alerted the team. 

Ο ορατικός ανιχνευτής είδε κίνηση σε απόσταση και ειδοποίησε την ομάδα.

Λεξικό Δέντρο

sightedness
unsighted
sighted
sight
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store