Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sighted
01
βλέπων, ικανός να βλέπει
capable of seeing unlike a blind person
Παραδείγματα
The lookout sighted enemy ships approaching the harbor and raised the alarm.
Ο παρατηρητής είδε εχθρικά πλοία που πλησίαζαν στο λιμάνι και σήμανε τον συναγερμό.
Λεξικό Δέντρο
sightedness
unsighted
sighted
sight



























