Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sidelong
01
πλαγίως, λοξός
(of a look) indirectly and out of the corner of one's eye
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sidelong
συγκριτικός βαθμός
more sidelong
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a sidelong glance when she heard the comment he made.
Του έριξε μια πλάγια ματιά όταν άκουσε το σχόλιο που έκανε.
Παραδείγματα
She gave him a sidelong glance, trying to gauge his reaction.
Του έριξε μια πλαγιά ματιά, προσπαθώντας να μετρήσει την αντίδρασή του.
03
πλάγιος, στο πλάι
situated at or extending to the side
sidelong
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The car swerved sidelong to avoid the puddle.
Το αυτοκίνητο έστριψε πλαγίως για να αποφύγει τη λακκούβα.
02
πλαγίως, από το πλάι
with the side toward someone or something
03
πλαγίως, στο πλάι
on the side
Λεξικό Δέντρο
sidelong
side
long



























