beef
beef
bi:f
bif
reefliefleaffief

Ορισμός και σημασία του "beef"στα αγγλικά

01

βοδινό κρέας, κρέας αγελάδας

meat that is from a cow 
beef definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beefs
Παραδείγματα
The steakhouse is famous for serving high-quality cuts of beef grilled to perfection. 

Το steakhouse είναι διάσημο για το σερβίρισμα υψηλής ποιότητας κομματιών βόειου κρέατος ψημένων στην τελειότητα.

02

κτηνοτροφία, βοοειδή

cattle, especially when considered as livestock or for meat production 
Παραδείγματα
The farm raises beef for local markets. 

Το αγρόκτημα εκτρέφει βόειο κρέας για τις τοπικές αγορές.

03

έχθρα, σύγκρουση

a disagreement, argument, or ongoing conflict between people, often involving hostility or rivalry 
αργκό
Παραδείγματα
He has beef with his coworker over the project. 

Έχει διαμάχη με τον συνάδελφό του για το έργο.

to beef
01

γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι

to express one's dissatisfaction about something, often informally 
Intransitive: to beef | to beef about sth
to beef definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beef
γ΄ ενικό πρόσωπο
beefs
ενεστώτα μετοχή
beefing
απλός αόριστος
beefed
παθητική μετοχή
beefed
Παραδείγματα
Sarah likes to beef about her workload but rarely takes on extra responsibilities. 

Η Σάρα αρέσκεται να γκρινιάζει για το φόρτο εργασίας της αλλά σπάνια αναλαμβάνει επιπλέον ευθύνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store