to shut up
shut
ʃʌt
shat
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "shut up"στα αγγλικά

to shut up
01

σκάσε, κλείσε το στόμα σου

to stop talking and be quiet 
to shut up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut up
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts up
ενεστώτα μετοχή
shutting up
απλός αόριστος
shut up
παθητική μετοχή
shut up
Παραδείγματα
As soon as the movie started, the audience gradually shut up. 

Μόλις άρχισε η ταινία, το κοινό σταδιακά έκλεισε το στόμα του.

02

κάνω να σωπάσει, κλείνω το στόμα

to make someone stop talking 
to shut up definition and meaning
Παραδείγματα
The librarian shut up the noisy group in the reading area. 

Ο βιβλιοθηκάριος έκανε να σωπάσει τη θορυβώδη ομάδα στην περιοχή ανάγνωσης.

03

φυλακίζω, κλείνω

to confine something or someone in a way that prevents movement or escape 
to shut up definition and meaning
Παραδείγματα
The police officer shut up the suspect in a holding cell for questioning. 

Ο αστυνομικός έκλεισε τον ύποπτο σε ένα κελί κράτησης για ανάκριση.

01

σκάσε, βούλωσέ το

used as a forceful command telling someone to stop talking or be quiet 
shut up definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
Shut up already – nobody wants to hear your excuses. 

Σκάσε ήδη – κανείς δεν θέλει να ακούσει τις δικαιολογίες σου.

01

κλειστός, περιορισμένος

closely confined 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shut up
συγκριτικός βαθμός
more shut up
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store