Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shutdown
01
διακοπή, κλείσιμο
the termination of a process or activity
Παραδείγματα
A sudden shutdown of the project surprised everyone.
Μια ξαφνική κλείσιμο του έργου εξέπληξε όλους.
1.1
απενεργοποίηση, κλείσιμο
the act of turning off a computer or device
Παραδείγματα
The update will begin after the next shutdown.
Η ενημέρωση θα ξεκινήσει μετά την επόμενη απενεργοποίηση.



























