Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show up
[phrase form: show]
01
εμφανίζομαι, φτάνω
to arrive at an event or appointment where one is expected
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show up
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows up
ενεστώτα μετοχή
showing up
απλός αόριστος
showed up
παθητική μετοχή
shown up
Παραδείγματα
The professor consistently shows up for office hours to assist students.
Ο καθηγητής εμφανίζεται συνεχώς στις ώρες γραφείου για να βοηθήσει τους φοιτητές.
02
εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι
to become evident
Intransitive
Παραδείγματα
The flaws in the painting showed up under the harsh light of the gallery.
Τα ελαττώματα της ζωγραφικής εμφανίστηκαν κάτω από το σκληρό φως της γκαλερί.
03
αποκαλύπτω, τονίζω
to reveal shortcomings, often by comparing or contrasting
Transitive: to show up shortcomings
Παραδείγματα
The thorough evaluation showed up the discrepancies in the financial records.
Η διεξοδική αξιολόγηση αποκάλυψε τις αποκλίσεις στα οικονομικά αρχεία.



























