Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show up
01
εμφανίζομαι, φτάνω
to arrive at an event or appointment where one is expected
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show up
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows up
ενεστώτα μετοχή
showing up
απλός αόριστος
showed up
παθητική μετοχή
shown up
Παραδείγματα
The musician showed up for the concert well-prepared and enthusiastic.
Ο μουσικός εμφανίστηκε στη συναυλία καλά προετοιμασμένος και ενθουσιώδης.
02
εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι
to become evident
Intransitive
Παραδείγματα
The stain on his shirt showed up prominently in the family photo.
Ο λεκές στο πουκάμισό του εμφανίστηκε ευδιάκριτα στην οικογενειακή φωτογραφία.
03
αποκαλύπτω, τονίζω
to reveal shortcomings, often by comparing or contrasting
Transitive: to show up shortcomings
Παραδείγματα
Her impressive performance showed the weaknesses up in the other team.
Η εντυπωσιακή της ερμηνεία αποκάλυψε τις αδυναμίες της άλλης ομάδας.



























