Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shove
01
σπρώχνω με δύναμη, χτυπώ με ώθηση
to push forcefully with a quick, strong movement, often using hands or body
Transitive: to shove sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shove
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoves
ενεστώτα μετοχή
shoving
απλός αόριστος
shoved
παθητική μετοχή
shoved
Παραδείγματα
The janitor had to shove the heavy cart through the narrow hallway to reach the storage room.
Ο επιστάτης έπρεπε να σπρώξει με δύναμη το βαρύ καρότσι μέσα από το στενό διάδρομο για να φτάσει στο δωμάτιο αποθήκευσης.
02
σπρώχνω, προχωρώ με δύναμη
to move forward by exerting force, often in a determined manner
Intransitive: to shove to a direction
Παραδείγματα
The eager shoppers shoved through the doors when the store opened for its Black Friday sale.
Οι ενθουσιώδεις πελάτες σπρώχνονταν μέσα από τις πόρτες όταν το κατάστημα άνοιξε για τις εκπτώσεις της Μαύρης Παρασκευής.
Shove
01
σπρώξιμο, ώθηση
the act of shoving (giving a push to someone or something)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoves
Λεξικό Δέντρο
shover
shove



























