shortfall
Pronunciation
/ˈʃɔɹtˌfɔɫ/

Ορισμός και σημασία του "shortfall"στα αγγλικά

01

έλλειμμα, έλλειψη

the gap between the quantity or amount that is needed or expected and what is actually available
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shortfalls
Παραδείγματα
The team worked overtime to make up for the shortfall in production.
Η ομάδα εργάστηκε υπερωρίες για να καλύψει το έλλειμμα στην παραγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store