shortfall
short
ˈʃɔ:t
shawt
fall
fɔ:l
fawl

Ορισμός και σημασία του "shortfall"στα αγγλικά

01

έλλειμμα, έλλειψη

the gap between the quantity or amount that is needed or expected and what is actually available 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shortfalls
Παραδείγματα
The company faced a significant shortfall in their quarterly revenue projections. 

Η εταιρεία αντιμετώπισε ένα σημαντικό έλλειμμα στις τριμηνιαίες προβλέψεις εσόδων της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store