Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shortchange
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shortchange
γ΄ ενικό πρόσωπο
shortchanges
ενεστώτα μετοχή
shortchanging
απλός αόριστος
shortchanged
παθητική μετοχή
shortchanged
Παραδείγματα
She accused the vendor of trying to shortchange her.
Κατηγόρησε τον πωλητή ότι προσπάθησε να την εξαπατήσει.
02
εξαπατώ, κλέβω
to deprive someone of something due through deceit, unfairness, or neglect
Παραδείγματα
Many employees feel shortchanged in corporate restructuring.
Πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται αδικημένοι στην εταιρική αναδιάρθρωση.
Λεξικό Δέντρο
shortchange
short
change



























