shivering
shi
ˈʃɪ
σι
ve
βερ
ring
rɪng
ρινγκ
/ʃˈɪvəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "shivering"στα αγγλικά

01

ρίγη, τρόμος

a sensation of cold that often marks the start of an infection and the development of a fever
shivering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shiverings
01

τρεμουλιαστός, ριγών

vibrating slightly and irregularly; as e.g. with fear or cold or like the leaves of an aspen in a breeze
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shivering
συγκριτικός βαθμός
more shivering
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

shivering
shiver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store