Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shivering
01
ρίγη, τρόμος
a sensation of cold that often marks the start of an infection and the development of a fever
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shiverings
shivering
01
τρεμουλιαστός, ριγών
vibrating slightly and irregularly; as e.g. with fear or cold or like the leaves of an aspen in a breeze
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shivering
συγκριτικός βαθμός
more shivering
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
shivering
shiver



























