Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shins
Παραδείγματα
The doctor examined the patient 's swollen shin and recommended ice and rest.
Ο γιατρός εξέτασε το πρησμένο κνήμη του ασθενούς και συνέστησε πάγο και ξεκούραση.
02
κνήμη, καλάμι
a cut of meat from the lower portion of an animal's leg
Παραδείγματα
A shin of beef contains rich marrow and connective tissue.
Το μπούτι του βοδιού περιέχει πλούσιο μυελό και συνδετικό ιστό.
03
κνήμη, οστό της κνήμης
the larger, inner bone of the human lower leg, extending from the knee to the ankle
Παραδείγματα
Pain radiated along the shin after the fall.
Ο πόνος ακτινοβολούσε κατά μήκος της κνήμης μετά την πτώση.
04
σιν, σιν
the twenty-second letter of the Hebrew alphabet
Παραδείγματα
Students learned to draw the letter Shin correctly.
Οι μαθητές έμαθαν να σχεδιάζουν σωστά το γράμμα Σιν.
to shin
01
σκαλίζω, ανεβαίνω με κόπο
to climb something, typically using hands and feet, often awkwardly or by scrambling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shin
γ΄ ενικό πρόσωπο
shins
ενεστώτα μετοχή
shinning
απλός αόριστος
shinned
παθητική μετοχή
shinned
Παραδείγματα
They shinned over the wall to escape the flooded street.
Σκαρφάλωσαν πάνω από τον τοίχο για να ξεφύγουν από την πλημμυρισμένη οδό.



























