Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shifty
01
μεταβλητός, ασταθής
changing position or direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shiftiest
συγκριτικός βαθμός
shiftier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, movement
02
ύποπτος, αναξιόπιστος
(of a person) appearing dishonest or untrustworthy
Παραδείγματα
His shifty eyes made her question whether he was telling the truth.
Τα ύπουλα μάτια του την έκαναν να αμφισβητήσει αν έλεγε την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shiftily
shifty
shift



























