Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shattered
01
σπασμένος, θρυμματισμένος
receiving damage and becoming broken or destroyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shattered
συγκριτικός βαθμός
more shattered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The glass vase fell off the shelf and shattered into countless pieces on the floor.
Το γυάλινο βάζο έπεσε από το ράφι και θρυμματίστηκε σε αμέτρητα κομμάτια στο πάτωμα.
02
σπασμένος, κατεστραμμένος
* very upset
Παραδείγματα
He was said to be absolutely shattered after losing his job.
Λέγεται ότι ήταν εντελώς συντετριμμένος αφού έχασε τη δουλειά του.
03
εξαντλημένος, κουρασμένος
* exhausted
Dialect
British
Παραδείγματα
I usually feel too shattered to do more than crawl into bed.
Συνήθως αισθάνομαι πολύ εξαντλημένος για να κάνω κάτι περισσότερο από το να σέρνομαi στο κρεβάτι.
Λεξικό Δέντρο
shattered
shatter



























