shaven
sha
ˈʃeɪ
shei
ven
vən
vēn
shaken

Ορισμός και σημασία του "shaven"στα αγγλικά

01

ξυρισμένος, κουρεμένος

with the hair removed from the head or the face by shaving 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaven
συγκριτικός βαθμός
more shaven
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, grooming, state
Παραδείγματα
He appeared with a freshly shaven face. 

Εμφανίστηκε με ένα πρόσφατα ξυρισμένο πρόσωπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unshaven
shaven
shave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store