Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shaven
01
ξυρισμένος, κουρεμένος
with the hair removed from the head or the face by shaving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaven
συγκριτικός βαθμός
more shaven
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, grooming, state
Παραδείγματα
He appeared with a freshly shaven face.
Εμφανίστηκε με ένα πρόσφατα ξυρισμένο πρόσωπο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unshaven
shaven
shave



























