shaven
sha
ˈʃeɪ
σει
ven
vən
βαν
/ʃˈe‍ɪvən/

Ορισμός και σημασία του "shaven"στα αγγλικά

01

ξυρισμένος, κουρεμένος

with the hair removed from the head or the face by shaving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaven
συγκριτικός βαθμός
more shaven
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soldiers stood in line, all shaven and uniform.
Οι στρατιώτες στεκόντουσαν σε σειρά, όλοι ξυρισμένοι και με στολή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store