Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shaven
01
ξυρισμένος, κουρεμένος
with the hair removed from the head or the face by shaving
Παραδείγματα
The soldiers stood in line, all shaven and uniform.
Οι στρατιώτες στεκόντουσαν σε σειρά, όλοι ξυρισμένοι και με στολή.
Λεξικό Δέντρο
unshaven
shaven
shave



























