Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shattered
01
σπασμένος, θρυμματισμένος
receiving damage and becoming broken or destroyed
Παραδείγματα
His confidence was shattered by the harsh criticism from his coach after the poor performance.
Η αυτοπεποίθησή του καταστράφηκε από την σκληρή κριτική του προπονητή του μετά την κακή απόδοση.
02
σπασμένος, κατεστραμμένος
*** very upset
Παραδείγματα
He was said to be absolutely shattered after losing his job.
Λέγεται ότι ήταν εντελώς συντετριμμένος αφού έχασε τη δουλειά του.
03
εξαντλημένος, κουρασμένος
*** exhausted
Dialect
British
Παραδείγματα
I usually feel too shattered to do more than crawl into bed.
Συνήθως αισθάνομαι πολύ εξαντλημένος για να κάνω κάτι περισσότερο από το να σέρνομαi στο κρεβάτι.
Λεξικό Δέντρο
shattered
shatter



























