shattered
sha
ˈʃæ
σαι
ttered
tɜrd
τερρντ
/ʃˈætəd/

Ορισμός και σημασία του "shattered"στα αγγλικά

01

σπασμένος, θρυμματισμένος

receiving damage and becoming broken or destroyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shattered
συγκριτικός βαθμός
more shattered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His confidence was shattered by the harsh criticism from his coach after the poor performance.
Η αυτοπεποίθησή του καταστράφηκε από την σκληρή κριτική του προπονητή του μετά την κακή απόδοση.
02

σπασμένος, κατεστραμμένος

*** very upset
Παραδείγματα
He was said to be absolutely shattered after losing his job.
Λέγεται ότι ήταν εντελώς συντετριμμένος αφού έχασε τη δουλειά του.
03

εξαντλημένος, κουρασμένος

*** exhausted
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
I usually feel too shattered to do more than crawl into bed.
Συνήθως αισθάνομαι πολύ εξαντλημένος για να κάνω κάτι περισσότερο από το να σέρνομαi στο κρεβάτι.

Λεξικό Δέντρο

shattered
shatter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store