shammer
sha
ˈʃa
sha
mmer
stammerslammershimmerspammer

Ορισμός και σημασία του "shammer"στα αγγλικά

01

απατεώνας, προσποιητής

a person who deceives others by pretending or faking something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shammers
Παραδείγματα
The shammer faked an injury to get sympathy. 

Ο απατεώνας προσποιήθηκε τραυματισμό για να κερδίσει συμπάθεια.

02

προσποιητής, αποφεύγων τα καθήκοντά του

someone shirking their duty by feigning illness or incapacity 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shammer
sham
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store