Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shamelessly
01
αναιδώς, χωρίς ντροπή
in a way that shows no embarrassment, guilt, or remorse
Παραδείγματα
He shamelessly asked for a second helping despite having already eaten enough.
Αυτός αναιδώς ζήτησε μια δεύτερη μερίδα παρόλο που είχε ήδη φάει αρκετά.
Λεξικό Δέντρο
shamelessly
shameless
shame



























