Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shamefully
01
ντροπιαστικά, με ντροπιαστικό τρόπο
in a manner that is disgraceful or morally wrong
Παραδείγματα
The government acted shamefully in failing to provide aid after the disaster.
Η κυβέρνηση ενεργούσε ντροπιαστικά που απέτυχε να παράσχει βοήθεια μετά την καταστροφή.
Λεξικό Δέντρο
shamefully
shameful
shame



























