Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shackle
01
δεσμά, αλυσίδα
a metal fastening, usually a pair, joined by a chain or hinge, used to fasten a prisoner's wrists or ankles together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shackles
Παραδείγματα
The guards secured the prisoner's wrists with heavy iron shackles to prevent any attempts at escape.
Οι φύλακες ασφάλισαν τους καρπούς του κρατουμένου με βαριές σιδερένιες αλυσίδες για να αποτρέψουν οποιαδήποτε απόπειρα διαφυγής.
02
δεσμός, ράβδος σε σχήμα U
a U-shaped bar; the open end can be passed through chain links and closed with a bar
to shackle
01
αλυσοδένω, δεσμεύω
to tie up or restrain with strong metal bands or chains
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
shackles
ενεστώτα μετοχή
shackling
απλός αόριστος
shackled
παθητική μετοχή
shackled
Παραδείγματα
The prisoners were shackled and taken to their cells.
Οι κρατούμενοι αλυσοδέθηκαν και οδηγήθηκαν στα κελιά τους.
02
δέσμευση, αλυσοδένομαι
bind the arms of



























