Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sexually transmitted disease
01
σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια, σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη
an infection transmitted through sexual activity, involving bodily fluid exchange or direct skin-to-skin contact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sexually transmitted diseases
Παραδείγματα
Education and open communication aid STD prevention.
Η εκπαίδευση και η ανοιχτή επικοινωνία βοηθούν στην πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών.



























