sexuality
se
ˌsɛ
σε
xua
ˈkʃuæ
κσουαι
li
λι
ty
ti
τι
/ˌsɛkʃuˈælɪti/

Ορισμός και σημασία του "sexuality"στα αγγλικά

01

σεξουαλικότητα, σεξουαλική ζωή

the qualities and activities that are related to sex
sexuality definition and meaning
Παραδείγματα
Discussing sexuality openly and respectfully promotes understanding and supports individuals in embracing their identities and experiences.
Η συζήτηση για τη σεξουαλικότητα ανοιχτά και με σεβασμό προωθεί την κατανόηση και υποστηρίζει τα άτομα να αγκαλιάσουν τις ταυτότητες και τις εμπειρίες τους.

Λεξικό Δέντρο

bisexuality
sexuality
sexual
sexu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store