Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sexual harassment
01
σεξουαλική παρενόχληση, σεξουαλική βία
unwelcome and threatening sexual advances, requests or favors, of verbal or physical nature, usually directed toward a subordinate in a workplace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























