Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
severely
01
σοβαρά, αυστηρά
to a harsh, serious, or excessively intense degree
Παραδείγματα
The reputation of the company was severely affected by the scandal.
Η φήμη της εταιρείας επηρεάστηκε σοβαρά από το σκάνδαλο.
Παραδείγματα
The use of mobile phones is severely limited in examination halls.
Η χρήση των κινητών τηλεφώνων είναι αυστηρά περιορισμένη στις αίθουσες εξετάσεων.
Παραδείγματα
She styled her hair severely, with no accessories.
Έχτιλε τα μαλλιά της αυστηρά, χωρίς αξεσουάρ.
Λεξικό Δέντρο
severely
severe



























