Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sever
01
κόβω, διαχωρίζω
to separate something from a whole
Transitive: to sever sth
Παραδείγματα
The surgeon needed to sever the damaged tissue to facilitate healing.
Ο χειρουργός χρειάστηκε να αποκόψει τον κατεστραμμένο ιστό για να διευκολύνει την επούλωση.
02
διακόπτω, κόβω
to end a connection or relationship completely
Transitive: to sever a relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sever
γ΄ ενικό πρόσωπο
severs
ενεστώτα μετοχή
severing
απλός αόριστος
severed
παθητική μετοχή
severed
Παραδείγματα
The company decided to sever ties with its underperforming suppliers.
Η εταιρεία αποφάσισε να κόψει τους δεσμούς με τους υποβαθμισμένους προμηθευτές της.
Λεξικό Δέντρο
dissever
severable
severance
sever



























