to sever
se
ˈsɛ
se
ver
sewerserversevenerserer

Ορισμός και σημασία του "sever"στα αγγλικά

to sever
01

κόβω, διαχωρίζω

to separate something from a whole 
Transitive: to sever sth
to sever definition and meaning
Παραδείγματα
The surgeon needed to sever the damaged tissue to facilitate healing. 

Ο χειρουργός χρειάστηκε να αποκόψει τον κατεστραμμένο ιστό για να διευκολύνει την επούλωση.

02

διακόπτω, κόβω

to end a connection or relationship completely 
Transitive: to sever a relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sever
γ΄ ενικό πρόσωπο
severs
ενεστώτα μετοχή
severing
απλός αόριστος
severed
παθητική μετοχή
severed
Παραδείγματα
The company decided to sever ties with its underperforming suppliers. 

Η εταιρεία αποφάσισε να κόψει τους δεσμούς με τους υποβαθμισμένους προμηθευτές της.

Λεξικό Δέντρο

dissever
severable
severance
sever
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store