Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sever
01
κόβω, διαχωρίζω
to separate something from a whole
Transitive: to sever sth
Παραδείγματα
To extract the damaged cable, the technician needed to sever the connections carefully.
Για να εξαγάγει το κατεστραμμένο καλώδιο, ο τεχνικός χρειάστηκε να κόψει τις συνδέσεις προσεκτικά.
02
διακόπτω, κόβω
to end a connection or relationship completely
Transitive: to sever a relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sever
γ΄ ενικό πρόσωπο
severs
ενεστώτα μετοχή
severing
απλός αόριστος
severed
παθητική μετοχή
severed
Παραδείγματα
Following the breach of trust, the CEO decided to sever connections with the disloyal employee.
Μετά την παραβίαση της εμπιστοσύνης, ο Διευθύνων Σύμβουλος αποφάσισε να διακόψει τις σχέσεις με τον άπιστο υπάλληλο.
Λεξικό Δέντρο
dissever
severable
severance
sever



























