sett
sett
sɛt
σετ
/sˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "sett"στα αγγλικά

01

φωλιά ασβού, λαγούμι ασβού

a badger's den or burrow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
setts
02

ορθογώνιο πλακόστρωτο με καμπύλη κορυφή, ορθογώνια πλάκα δρόμου με καμπύλο πάνω μέρος

rectangular paving stone with curved top; once used to make roads
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store