sensitive
sen
ˈsɛn
sen
si
si
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "sensitive"στα αγγλικά

01

ευαίσθητος, συμπαθητικός

capable of understanding other people's emotions and caring for them 
sensitive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sensitive
συγκριτικός βαθμός
more sensitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She has a sensitive nature, always attuned to the feelings of those around her. 

Έχει μια ευαίσθητη φύση, πάντα συντονισμένη με τα συναισθήματα των γύρω της.

02

ευαίσθητος, αντιδραστικός

having the ability to react to physical changes or stimuli 

sensible

Παραδείγματα
The skin is sensitive to temperature changes. 

Το δέρμα είναι ευαίσθητο στις αλλαγές της θερμοκρασίας.

03

ευαίσθητος, εμπιστευτικός

relating to classified details or topics critical to national safety 
Παραδείγματα
The diplomat's sensitive conversations were conducted in secure, classified settings. 

Οι ευαίσθητες συζητήσεις του διπλωμάτη πραγματοποιήθηκαν σε ασφαλείς, απόρρητες ρυθμίσεις.

04

επώδυνος, ευαίσθητος

painful and causing discomfort 
Παραδείγματα
His gums are sensitive after the dental procedure. 

Τα ούλα του είναι ευαίσθητα μετά την οδοντιατρική διαδικασία.

01

μέντιουμ, ευαίσθητος

a person who acts as a bridge between the living and the dead, often communicating with spirits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sensitives
Παραδείγματα
The sensitive conducted a séance to contact the deceased. 

Ο ευαίσθητος διεξήγαγε μια συνεδρία για να επικοινωνήσει με τους αποθανόντες.

Λεξικό Δέντρο

hypersensitive
insensitive
nonsensitive
sensitive
sense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store