Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sensitize
01
ευαισθητοποιώ, κάνω πιο αντιληπτό
to make someone more aware or responsive to a particular issue, feeling, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sensitize
γ΄ ενικό πρόσωπο
sensitizes
ενεστώτα μετοχή
sensitizing
απλός αόριστος
sensitized
παθητική μετοχή
sensitized
Παραδείγματα
The book is meant to sensitize readers to the realities of poverty.
Το βιβλίο έχει σκοπό να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες στις πραγματικότητες της φτώχειας.
02
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
make (a material) sensitive to light, often of a particular colour, by coating it with a photographic emulsion
03
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
make sensitive to a drug or allergen
04
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
cause to sense; make sensitive
Λεξικό Δέντρο
desensitize
sensitized
sensitizer
sensitize



























