Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sensitize
01
ευαισθητοποιώ, κάνω πιο αντιληπτό
to make someone more aware or responsive to a particular issue, feeling, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sensitize
γ΄ ενικό πρόσωπο
sensitizes
ενεστώτα μετοχή
sensitizing
απλός αόριστος
sensitized
παθητική μετοχή
sensitized
Παραδείγματα
The campaign aims to sensitize the public about climate change.
Η καμπάνια στοχεύει να ευαισθητοποιήσει το κοινό για την κλιματική αλλαγή.
02
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
make (a material) sensitive to light, often of a particular colour, by coating it with a photographic emulsion
03
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
make sensitive to a drug or allergen
04
ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο
cause to sense; make sensitive
Λεξικό Δέντρο
desensitize
sensitized
sensitizer
sensitize



























