sensory
sen
ˈsɛn
sen
so
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "sensory"στα αγγλικά

01

αισθητήριος, ευαίσθητος

(of nerves) receiving sensory information and transferring it to the central nervous system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sensory neurons in the skin transmit touch sensations to the brain. 

Οι αισθητήριες νευρώνες στο δέρμα μεταδίδουν τις αισθήσεις της αφής στον εγκέφαλο.

02

αισθητηριακός, αισθητικός

relating to any of the five senses 
Παραδείγματα
Sensory receptors in the skin detect pressure, temperature, and pain. 

Οι αισθητήριοι υποδοχείς στο δέρμα ανιχνεύουν πίεση, θερμοκρασία και πόνο.

03

αισθητήριος

relating to or concerned in sensation 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store